ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΕΒΕΑ, κ. Κ. ΜΙΧΑΛΟΥ
ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΕΒΕΑ ΜΕ ΤΙΤΛΟ
«SOS ΑΝΑΠΤΥΞΗ. ΠΩΣ ΘΑ ΒΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΦΕΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ»
6/2/2012
«Έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε σήμερα εδώ μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εκδήλωση, που διοργανώθηκε σε συνεργασία με το περιοδικό Οικονομική Επιθεώρηση και το Ελληνικό Παρατηρητήριο του London School of Economics. Μια δημόσια συζήτηση, που αφορά το φλέγον θέμα της ανάπτυξης στη χώρα μας. Αφορά την ανάγκη εξόδου από την ύφεση στην οποία βρίσκεται η ελληνική οικονομία, εδώ και πέντε συνεχόμενα έτη, ως προϋπόθεση για τη δημοσιονομική εξυγίανση και την παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη.
Δυστυχώς, παρά τα κατά καιρούς ευχολόγια και τις φιλόδοξες εξαγγελίες, η ανάπτυξη κάθε άλλο παρά προτεραιότητα έχει αποτελέσει τα τελευταία δύο χρόνια στην Ελλάδα. Το αντίθετο μάλιστα. Η ανάπτυξη υπήρξε – και εξακολουθεί να είναι – το θύμα μιας λανθασμένης οικονομικής πολιτικής. Μιας πολιτικής που όχι μόνο δεν έλυσε διαρθρωτικά προβλήματα, όχι μόνο δεν βελτίωσε τα δημοσιονομικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, αλλά την οδήγησε και σε ακόμη χειρότερο αδιέξοδο. Όχι μόνο δεν θεράπευσε τις αδυναμίες της, αλλά επιτέθηκε και στα ελάχιστα υγιή της κύτταρα.
Πως αλλιώς, πέρα από καταστροφικό, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένα μείγμα πολιτικής, που…
….Εξαθλίωσε οικονομικά χιλιάδες ανθρώπους, με οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων – και παρ’ όλα αυτά δεν κατάφερε να μειώσει τις δαπάνες του δημοσίου τομέα
….Αύξησε σε εξοντωτικό βαθμό τους φόρους – και παρ’ όλα αυτά δεν κατάφερε να αυξήσει τα δημόσια έσοδα.
Πως αλλιώς, πέρα από καταστροφική, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μια οικονομική πολιτική που, μετά από δύο χρόνια σκληρής λιτότητας, έφερε το έλλειμμα στα ίδια επίπεδα που ήταν το 2009;
Σήμερα, ακόμα και οι εκπρόσωποι της τρόικας που επέβαλε το Μνημόνιο – ακόμα και κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης που συμφώνησε σε αυτό και ανέλαβε να το εφαρμόσει – αναγνωρίζουν ότι περιείχε τραγικά λάθη. Παραδέχονται ότι δόθηκε υπερβολική έμφαση στην αύξηση των φόρων. Παραδέχονται ότι η ύφεση καθιστά αδύνατη την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.
Φαίνεται όμως ότι η αυτοκριτική περιορίζεται στα λόγια. Γιατί μέχρι τώρα, δεν έχουμε δει καμία πρόθεση για αλλαγή πολιτικής. Βλέπουμε αντίθετα τους δανειστές μας, να «χορηγούν» στην Ελλάδα ακόμη μεγαλύτερες δόσεις από την ίδια συνταγή. Βλέπουμε προτάσεις του ΔΝΤ για νέες αυξήσεις στο ΦΠΑ, νέους φόρους για τις επιχειρήσεις, για τον καπνό, για τα κρασιά κτλ…
Βλέπουμε επίσης να συνεχίζεται η άγρια επίθεση στα εισοδήματα, με στόχο αυτή τη φορά τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα.
Μια επίθεση, μάλιστα, που γίνεται υποτίθεται στο όνομα της ανταγωνιστικότητας. Κι εδώ πραγματικά απορεί κανείς: στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί 230 συνολικά εμπόδια στην ανταγωνιστικότητα κι από αυτά δεν έχουν αρθεί παρά μόνο τα 16. Το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων έχει επιβαρυνθεί την τελευταία διετία με μια σειρά από φορολογικές αυξήσεις, έκτακτες και μη εισφορές, ειδικά τέλη κτλ. Αυτό που ενοχλεί την τρόικα και την κυβέρνηση είναι το ύψος του κατώτατου μισθού;
Το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας οφείλεται πολύ λιγότερο στο μισθολογικό κόστος και πολύ περισσότερο σε μια σειρά από άλλες αδυναμίες και αγκυλώσεις, όπως η υψηλή φορολογία, η γραφειοκρατία, η διαφθορά, η πολυνομία, η αναποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, η παρέμβαση του κράτους στην οικονομία και τον ανταγωνισμό κ.ά. Αντί λοιπόν οι δανειστές να πιέσουν για την επιτάχυνση των αντίστοιχων μεταρρυθμίσεων, βάζουν στο στόχαστρο τους μισθούς.
Αν πιστεύει η τρόικα και η κυβέρνηση ότι με αυτό τον τρόπο θα λυθεί το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας, κάνουν λάθος. Κάνουν επίσης λάθος – και ταυτόχρονα προκαλούν – αν πιστεύουν ότι οι επιχειρήσεις θα γίνουν πιο ανταγωνιστικές με την κατάργηση του Επιμελητηριακού θεσμού. Γιατί αυτό ουσιαστικά σημαίνει η κατάργηση της εισφοράς. Που αποτελεί τη μόνη πηγή εσόδων για τα Επιμελητήρια και που, για τη συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων, ανέρχεται μόλις σε 50 ευρώ το χρόνο. Και γι’ αυτό το ποσό, θεωρούν ότι πρέπει να εκλείψει ένας θεσμός, ο οποίος εκπροσωπεί εδώ και 100 χρόνια την αγορά, στηρίζει την επιχειρηματικότητα και την εξωστρέφεια της οικονομίας. Με αυτή τη λογική θα επιδιώξουμε την ανάπτυξη;
Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα, πιστεύω ότι κινούμαστε σε λάθος δρόμο. Ένα δρόμο που οδηγεί σε αδιέξοδο. Γιατί όσο και να «κουρευτεί» το χρέος με το PSI, όσα νέα δάνεια κι αν δοθούν στην Ελλάδα, η χώρα δεν θα μπορέσει να γίνει δημοσιονομικά βιώσιμη σε συνθήκες ύφεσης. Αντίθετα, ο φαύλος κύκλος θα συνεχίζεται. Με τους πολίτες να υφίστανται θυσίες χωρίς αντίκρισμα, αλλά και με τους δανειστές να χάνουν τα χρήματά τους.
Και το ζήτημα αυτό αφορά όλη την Ευρώπη. Η δυσκολίες που αντιμετωπίζει πλέον και η Πορτογαλία, δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι η Ελλάδα – την οποία προσπαθούν επίμονα να παρουσιάσουν ως ξεχωριστή περίπτωση. Το πρόβλημα είναι η συνταγή. Είναι το δόγμα της σκληρής λιτότητας που τείνει να επιβληθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ένα δόγμα που οδηγεί τις περιφερειακές οικονομίες σε καταστροφή, υπονομεύει την ανάπτυξη στην ευρωζώνη, δοκιμάζει τη συνοχή του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και εντείνει την ανησυχία των αγορών.
Η ανάπτυξη είναι σήμερα η υπ’ αριθμόν ένα πρόκληση για όλους. Είναι το στοίχημα που θα κρίνει όχι μόνο το μέλλον της Ελλάδας στην ευρωζώνη, αλλά το μέλλον της ίδιας της ευρωζώνης. Ελπίζω ότι η σημερινή συζήτηση θα αναδείξει αυτό το μήνυμα και θα οδηγήσει σε χρήσιμα συμπεράσματα και προτάσεις».