ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΘΡΩΝ


ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ | Κίνδυνος υπέρογκων επιβαρύνσεων για τις επιχειρήσεις

ΑΡΘΡΟ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΕΒΕΑ, κ. Κ. ΜΙΧΑΛΟΥ

ΕΦΗΜ.: ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ

Ημερ. Δημοσ.:9/10/2020

 

Κίνδυνος υπέρογκων επιβαρύνσεων για τις επιχειρήσεις

Το ζήτημα των δημοτικών τελών εξελίσσεται φέτος σε σημαντικό πρόβλημα για χιλιάδες επιχειρήσεις, οι οποίες - σε μια εξαιρετικά δυσμενή για την αγορά περίοδο, εξαιτίας της πανδημίας - κινδυνεύουν να επιβαρυνθούν με πρόσθετες, υπέρογκες οφειλές προς τους Δήμους.

Σύμφωνα με το αρ.51 παρ.2 του Ν.4647/2019, οι ιδιοκτήτες ακινήτων όφειλαν μέχρι τις 30.09.2020 να δηλώσουν στους Δήμους τα πραγματικά στοιχεία για τα τετραγωνικά μέτρα των επιφανειών των κτισμάτων και των οικοπέδων τους, σύμφωνα με τα δηλωθέντα στο Ε9.Για έναν μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων αυτό σημαίνει πολλαπλασιασμό των τετραγωνικών μέτρων που δήλωναν μέχρι τώρα, αφού σε πολλές περιπτώσεις και καθ’ όλα νόμιμα ο υπολογισμός των δημοτικών τελών γινόταν με βάση πλασματικά μέτρα.

Ειδικότερα, με βάση το άρθρο 1 του Ν. 25/75, όπως τροποποιημένο ισχύει, αναφορικά με τον καθορισμό από τα Δημοτικά Συμβούλια πολλών διαφορετικών συντελεστών δημοτικών τελών για χώρους άλλης χρήσης εκτός της κατοικίας, στη ΔΕΗ και στους λοιπούς παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας δηλώνονται τρεις συντελεστές, ένας για κατοικίες, ένας για άλλες χρήσεις και ένας για κοινωφελή ιδρύματα. Όμως οι συντελεστές χρέωσης δημοτικών τελών πραγματικά πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, να είναι περισσότεροι ανάλογα με την χρήση της κάθε επιχείρησης. Πρέπει επίσης οι υπηρεσίες που παρέχονται από τους Δήμους (φωτισμός, αποκομιδή απορριμμάτων, καθαριότητα) να χρεώνονται αναλογικά σύμφωνα με τον νόμο 1080/80. Έτσι, μέχρι σήμερα, οι επιχειρήσεις δήλωναν νόμιμα πλασματικά μέτρα στην ΔΕΗ και στους άλλους παρόχους, λόγω του ότι δεν δέχονται πάνω από δύο συντελεστές. 

Με το νέο καθεστώς, εάν δεν υπάρξει ανάλογη μείωση των συντελεστών, οι οφειλές των επιχειρήσεων προς τους Δήμους θα αυξηθούν υπέρμετρα, με την επιβολή μάλιστα αναδρομικών τελών και φόρων από την 1/1/2020. Κι αυτό, μάλιστα, θα γίνει ενώ οι ανταποδοτικές υπηρεσίες των Δήμων στον τομέα της καθαριότητας έχουν περιοριστεί σημαντικά τα τελευταία έτη, αφού πολλές επιχειρήσεις – ιδιαίτερα βιοτεχνίες και βιομηχανίες – προωθούν πλέον τα περισσότερα από τα απορρίμματά τους στην ανακύκλωση.

Η συγκεκριμένη επιβάρυνση είναι, επομένως, άδικη και άκαιρη. Είναι άδικη, γιατί για τον υπολογισμό των ανταποδοτικών τελών οφείλουν να λαμβάνονται υπόψη οι παρεχόμενες υπηρεσίες καθαριότητας και ο πράγματι εξυπηρετούμενος από τις υπηρεσίες καθαριότητας χώρος.Είναι άκαιρη, γιατί θα δώσει τη χαριστική βολή σε χιλιάδες επιχειρήσεις, οι οποίες για μια ακόμη φορά αγωνίζονται να διατηρηθούν στη ζωή, μέσα σε συνθήκες ύφεσης και ασφυκτικής έλλειψης ρευστότητας. Σαν να μην έφτανε η συνεχιζόμενη εξαίρεσή τους από το μέτρο της μεσοσταθμικής μείωσης του ΕΝΦΙΑ, θα κληθούν να πληρώσουν και επιπλέον τεράστια ποσά, τα οποία πολλές από αυτές δεν διαθέτουν.

Είναι απόλυτα κατανοητή η ανάγκη να στηριχθούν τα έσοδα των Δήμων. Αυτό, ωστόσο, δεν μπορεί να γίνει σε βάρος της επιβίωσης των επιχειρήσεων και της απασχόλησης, σε περίοδο κρίσης. Είναι άλλωστε προφανές ότι, κάτω από τις παρούσες συνθήκες, ένα μεγάλο μέρος αυτών των οφειλών δεν θα μπορέσει να εισπραχθεί.

Η Επιμελητηριακή Κοινότητα, υποστηρίζοντας το δίκαιο αίτημα της αγοράς, έχει ήδη ζητήσει να γίνουν διορθωτικές κινήσεις, με μείωση των συντελεστών μέχρι τα 1.000 τ.μ., πρόβλεψη μειωτικών συντελεστών για τα ακίνητα μεγαλύτερης επιφάνειας, χρέωση των βοηθητικών χώρων στο 20% του αρχικού συντελεστή και εξαίρεση από τα δημοτικά τέλη των μη ηλεκτροδοτούμενων και μη χρησιμοποιούμενων χώρων. Η εφαρμογή αυτών των παρεμβάσεων είναι απαραίτητη, προκειμένου να εξορθολογιστεί το πλαίσιο υπολογισμού των δημοτικών τελών και να αντιμετωπιστεί έγκαιρα ένα πρόβλημα που θα πλήξει καίρια τις επιχειρήσεις και τις τοπικές οικονομίες.

09/10/2020 ΠΗΓΗ: Γραφείο Τύπου



 

  • 
ΓΕΜΗ