ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΘΡΩΝ


ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΙΟΥΝΙΟΣ 2021| Αύξηση πόρων και ταχύτερη εκταμίευση από το Ταμείο Ανάκαμψης Του Κωνσταντίνου Μίχαλου, Πρόεδρος ΚΕΕ & ΕΒΕΑ

Η δημιουργία όρων ταχύτερης και βιώσιμης ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια αποτελεί αναμφίβολα μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της ελληνικής οικονομίας μετά την πανδημία.
 
Τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας είναι μεγάλη ευκαιρία για τη χώρα να προωθήσει σημαντικές επενδύσεις, αλλά και να ολοκληρώσει μεγάλες μεταρρυθμίσεις, για να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο της οικονομίας της, με στόχο βέβαια και τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την ενίσχυση της οικονομικής συνοχής. Αν και δεν μπορεί κάποιος να μη λάβει υπόψη του ότι η ΕΕ έχει εγκρίνει μέχρι στιγμής συνολικά 750 δισ. ευρώ χωρίς καν να έχει δοθεί ακόμη η πρώτη δόση, όταν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, έχει εγκριθεί ένα κολοσσιαίο ποσό των 11,3 τρισ. δολαρίων, το οποίο ήδη έχει διανεμηθεί στην αγορά.
 
Σε ότι αφορά στο Ελληνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας  που παρουσίασε η κυβέρνηση για την αξιοποίηση των πόρων του αντίστοιχου ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης, υπάρχουν θετικά σημεία αλλά και ερωτηματικά, κατά πόσο οι καλές προθέσεις που εκφράζονται θα φέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. 
 
Θετικό είναι το ότι – σε αντίθεση με τα προηγούμενα ΕΣΠΑ – οι πόροι φαίνεται να κατευθύνονται σε κλάδους διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και υπηρεσιών.  Το γεγονός ότι πολλοί πόροι κατευθύνονται αυτή τη φορά σε λίγους κλάδους και λίγα έργα, αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής. Κυρίως λόγω των αποκλεισμών που θα προκληθούν από αυτή τη νέα πρακτική. Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι οι πόροι των προηγούμενων αναπτυξιακών περιόδων διατέθηκαν αποσπασματικά, με αποτέλεσμα σε πολλές περιπτώσεις να μην υπάρξει ουσιώδες αντίκτυπο στην οικονομία. Στο σημείο αυτό εμείς θα προτείναμε και στοχευμένη διάθεση των πόρων αλλά και ένταξη στα προγράμματα περισσότερων επιχειρήσεων και κυρίως μικρομεσαίων, βεβαίως με τα απαραίτητα κριτήρια. 
 
Ένα δεύτερο θετικό σημείο είναι ότι το σχέδιο φιλοδοξεί να κινητοποιήσει και ιδιωτικές επενδύσεις, πέραν των δημοσίων έργων. Ειδικότερα, η επιλογή για συγχρηματοδότηση επενδυτικών προγραμμάτων με φορείς του ιδιωτικού τομέα, προκειμένου να κινητοποιηθούν επιπλέον ιδιωτικά κεφάλαια, ύψους 26,5 δισεκατομμυρίων ευρώ. Πρόκειται για σωστή στόχευση, αφού με τον τρόπο αυτό μπορεί να αυξηθεί το συνολικό ύψος των πόρων και να διευρυνθεί το αναπτυξιακό όφελος για την οικονομία. Πάντα, βεβαίως, με την προϋπόθεση ότι τηρούνται παντού αυστηροί όροι διαφάνειας και λογοδοσίας. 
 
Επίσης, θετική είναι η επιλογή να αντληθεί το σύνολο των κονδυλίων, δηλαδή τόσο αυτών που παρέχονται ως επιχορήγηση, όσο και αυτών που παρέχονται με τη μορφή χαμηλότοκων δανείων.
Ενώ θετική είναι και η επιλογή – σε αντίθεση με τα προηγούμενα ΕΣΠΑ – να κατευθυνθούν στοχευμένα οι πόροι σε κλάδους διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και υπηρεσιών. Να υπηρετήσουν, με άλλα λόγια, την ανάγκη για αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. Για μετάβαση σε ένα βιώσιμο και πιο ανθεκτικό μοντέλο ανάπτυξης.
 
Παρ’ όλη τη θετική στρατηγική στόχευση, ωστόσο, η επιτυχία του Σχεδίου είναι κάθε άλλο παρά διασφαλισμένη. Θα εξαρτηθεί από την αποτελεσματικότητα και την ταχύτητα της διοίκησης, στο στάδιο της υλοποίησης.
 
Θα εξαρτηθεί, κυρίως, από το βαθμό στον οποίο το Σχέδιο θα μπορέσει πράγματι να κινητοποιήσει τους ιδιώτες επενδυτές, ώστε να εμπιστευθούν κεφάλαια στη χώρα. Κι αυτό είναι κάτι που προϋποθέτει, παράλληλα με την παροχή κινήτρων, τη διαμόρφωση ενός επενδυτικού και επενδυτικού περιβάλλοντος το οποίο χαρακτηρίζεται από αξιοπιστία, προβλεψιμότητα, ποιοτική λειτουργία της διοίκησης και των θεσμών. Προϋποθέτει την επιτάχυνση και την ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων στο κράτος, στην οικονομία, στο χωροταξικό πλαίσιο, στην κοινωνική ασφάλιση, στην παιδεία, στη λειτουργία της δικαιοσύνης.
 
Ωστόσο, η κρισιμότερη, ίσως, πρόκληση είναι να επιτύχουμε τη μετάβαση σε ένα νέο, περισσότερο διαφοροποιημένο και ανθεκτικό πρότυπο ανάπτυξης. Με περισσότερες και μεγαλύτερες επιχειρήσεις, οι οποίες θα μπορούν να παράγουν και να εξάγουν προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας. Και βέβαια τα οφέλη της ανάπτυξης στη συνέχεια. 
 
Σήμερα, στη χώρα μας βλέπουμε ότι η πανδημία πλήττει τους κομβικούς τομείς, στους οποίους βασίστηκε κατά κύριο λόγο η ανάκαμψη της οικονομίας τα προηγούμενα χρόνια.
Αναφέρομαι κατ’ αρχήν στον τουρισμό, αλλά και σε ένα ευρύτερο πλέγμα δραστηριοτήτων, που αντιμετωπίζουν πρωτοφανείς πιέσεις: το λιανεμπόριο, η εστίαση, οι μεταφορές κ.ά. Πρόκειται για τομείς που αναλογούν περίπου στο 40% της συνολικής απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα και συνεισέφεραν τα δύο τρίτα του ετήσιου ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2017-2019.
Ακόμη δεν γνωρίζουμε αν θα υπάρξουν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της πανδημίας στον τουρισμό και ποιες θα είναι αυτές. Για το λόγο αυτό  ως επιμελητηριακή κοινότητα τονίζουμε συνεχώς την ανάγκη για στοχευμένα μέτρα ενίσχυσης του εγχώριου τουρισμού.
Συγκεκριμένα, η Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος έχει προτείνει την υλοποίηση ενός προγράμματος επιδότησης διακοπών Ελλήνων πολιτών συνολικής δαπάνης περίπου 1 δισ. €,  ποσό που αντιστοιχεί στο 5% των συνολικών τουριστικών εσόδων του έτους 2019. Αντικείμενο του προγράμματος θα πρέπει να είναι η επιδότηση δικαιούχων και των ωφελούμενων μελών τους, για την πραγματοποίηση διακοπών σε όλα τα Τουριστικά Καταλύματα της επιλογής στους στην Ελλάδα. Η επιδότηση θα γίνεται με τη χορήγηση ειδικού voucher (επιταγής) διακοπών. Η τόνωση της εγχώριας ζήτησης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να εξασφαλιστούν οι πληρότητες εκείνες που θα καταστήσουν τη λειτουργία των ξενοδοχειακών μονάδων βιώσιμη. Ενώ, θα βοηθήσει να στηριχθεί η τουριστική κίνηση, να διατηρηθούν θέσεις εργασίας και να υπάρξουν έσοδα για τις τοπικές οικονομίες. 
 
Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα πρέπει άμεσα να επανεξετάσουμε το αναπτυξιακό μείγμα της ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα είναι σήμερα, μαζί με την Κύπρο, οι χώρες της ευρωζώνης που εξαρτώνται περισσότερο από τον τουρισμό. Ο οποίος – για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις – είναι και θα εξακολουθήσει να είναι ένα σπουδαίο αναπτυξιακό κεφάλαιο για τη χώρα. Ένα μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα. Δεν μπορεί όμως να συνεχίσει να αποτελεί «μονοκαλλιέργεια». Πρέπει, λοιπόν, να αξιοποιήσουμε αυτή την περίοδο ως ευκαιρία για να εστιάσουμε στρατηγικά στην ανάπτυξη και στη ενίσχυση νέων, δυναμικών και εξωστρεφών παραγωγικών κλάδων. Το έδαφος που πρέπει να καλύψουμε είναι σημαντικό. Η Ελλάδα εξακολουθεί σήμερα να έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής της μεταποίησης στο ΑΕΠ και από τα χαμηλότερα ποσοστά εξαγωγών αγαθών, μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Είναι σημαντικό να υποστηριχθεί ο στόχος της επιχειρηματικής μεγέθυνσης. Παρέχοντας κίνητρα και ενισχύσεις για τη συγχώνευση μικρών επιχειρηματικών μονάδων, ώστε να δημιουργηθούν νέες μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Επιχειρήσεις που θα επωφεληθούν από οικονομίες κλίμακας, θα αποκτήσουν πρόσβαση στην καινοτομία, να μπορέσουν να προσελκύσουν εξειδικευμένο προσωπικό, να ενισχύσουν την εξωστρέφεια και τη διαπραγματευτική τους θέση.
 
Επιπλέον, είναι σημαντικό να επιταχυνθεί ο ψηφιακός μετασχηματισμός  και η μετάβαση στο νέο μοντέλο βιομηχανικής παραγωγής, γνωστό ως Βιομηχανία 4.0. Με στοχευμένα κίνητρα και εργαλεία για την ενθάρρυνση επενδύσεων σε ψηφιακές τεχνολογίες, λύσεις και εφαρμογές. Επενδύσεων που θα επιτρέψουν το μετασχηματισμό των ελληνικών μεταποιητικών επιχειρήσεων σε «έξυπνα» εργοστάσια.
Τέλος, να υποστηριχθεί η αναβάθμιση της καινοτομίας, με ενίσχυση του τριγώνου της γνώσης, υποστήριξη ικανών ερευνητικών ομάδων σε πανεπιστήμια και ερευνητικά  κέντρα της χώρας, δημιουργία κόμβων καινοτομίας και παροχή κινήτρων για την προσέλκυση επενδύσεων από μεγάλες εταιρίες του εξωτερικού.
 

31/07/2021 ΠΗΓΗ: Γραφείο Τύπου



 

  • 
ΓΕΜΗ