Γραφείο Τύπου   /   Αρθρα Προέδρου ΕΒΕΑ


ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ | Μια άλλη πρόταση για τη φορολογία

ΑΡΘΡΟ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΕΒΕΑ, κ. Κ. ΜΙΧΑΛΟΥ

ΕΦΗΜ.: ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ

Ημερ. Δημοσ.: 17/11/2019

 

Μια άλλη πρόταση για τη φορολογία

 

Χωρίς αμφιβολία, οι ρυθμίσεις του νέου νομοσχεδίου για τη φορολογία νομικών και φυσικών προσώπων που ήδη βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση, κινούνται προς την κατεύθυνση της μείωσης των φόρων και δίνουν το στίγμα μιας πολιτικής φιλικής προς την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις.

 

Η επιχειρηματική κοινότητα, ωστόσο, θα επιθυμούσε οι ρυθμίσεις αυτές να είναι μόνο η αρχή μιας νέας φορολογικής μεταρρύθμισης που θα συνεχιστεί στο άμεσο μέλλον με γνώμονα να αλλάξει πλήρως το τοπίο στη φορολογία των επιχειρήσεων αλλά και των φυσικών προσώπων.

 

Στις προτάσεις μας, σε ότι αφορά τη φορολογία των νομικών προσώπων, εμπεριέχεται η σταδιακή μείωση του φορολογικού συντελεστή στο 15% προκειμένου να καταστεί το ελληνικό φορολογικό περιβάλλον πραγματικά ευνοϊκό για τις επιχειρήσεις, χωρίς να διαταράσσεται η δημοσιονομική ισορροπία.

 

Επίσης, προτείνουμε τη μείωση του ΦΠΑ αρχικά σε 20% και σταδιακά έως 15%, μέτρο που θα συμβάλλει και στη μείωση της φοροδιαφυγής.

 

Βεβαίως, θα πρέπει να υπάρχουν και εξαιρέσεις για την εφαρμογή μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ σε κατηγορίες αγαθών ή υπηρεσιών με άμεσο κοινωνικό αντίκτυπο, όπως για παράδειγμα η υγεία και η παιδεία.

 

Η ριζικότερη αλλαγή θα πρέπει να γίνει στη φορολογία των φυσικών προσώπων.

 

Η υιοθέτηση ενός ενιαίου συντελεστή μεσαίου ύψους (της τάξης του 20%-25%) που θα εφαρμόζεται στο σύνολο των εισοδημάτων των φυσικών προσώπων (με κάποιες εξαιρέσεις, για εισοδήματα που ενδεχομένως χρήζουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης), ανεξάρτητα από την πηγή τους, συμβάλλει καταρχάς στην απλοποίηση του φορολογικού συστήματος. Κατά δεύτερον, αποτελεί ένα δικαιότερο τρόπο φορολόγησης, καθώς επικεντρώνεται στη φορολογία του εισοδήματος ανεξάρτητα από την πηγή ή το ύψος αυτού και ανεξάρτητα από το πρόσωπο που το αποκτά.

 

Επιπλέον, η φορολόγηση των πάσης φύσεως εισοδημάτων που αποκτώνται από τα φυσικά πρόσωπα συμβάλλει και στην εξάλειψη της ανάγκης για εξεύρεση εναλλακτικών τρόπων απόκτησης του εισοδήματος, μέσω φορολογικού σχεδιασμού.

 

Ο φόρος πρέπει να επιβάλλεται επί των πραγματικών εισοδημάτων. Συνεπώς, για την εξεύρεση των πραγματικών εισοδημάτων πρέπει να είναι επιτρεπτή η έκπτωση (αφαίρεση) των σημαντικότερων δαπανών των φυσικών προσώπων, μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων. Τέτοιες δαπάνες είναι οι ιατρικές δαπάνες, οι δαπάνες ενοικίου, συγκεκριμένες δαπάνες διαβίωσης (κυρίως αυτές που σχετίζονται με επαγγέλματα στα οποία παρατηρείται φοροδιαφυγή), οι δαπάνες για την καταβολή ασφαλίστρων κτλ. Η έκπτωση των ως άνω δαπανών, σε συνδυασμό με τη μείωση του συντελεστή Φ.Π.Α. (όπως αναφέρεται κατωτέρω), θα συμβάλει στη μείωση της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας, καθώς ο φορολογούμενος θα επιδιώκει πλέον την έκδοση και λήψη απόδειξης προκειμένου να επωφεληθεί της έκπτωσης.

 

Επίσης, η έκπτωση κάποιων εκ των ως άνω δαπανών, όπως π.χ. η δαπάνη για την καταβολή ασφαλίστρων, ενέχει και μια οικονομικο-κοινωνική διάσταση: από τη μία συμβάλλει στην διεύρυνση της αγοράς, από την άλλη δίνει ένα κίνητρο για την  - κατά ιδιωτική βούληση - βελτίωση την ποιότητας ζωής των φορολογούμενων πολιτών, μέσω της εξασφάλισής τους έναντι κινδύνων ζωής, γήρατος, ζημιών κτλ. 

 

Εναλλακτικά, θα μπορούσε να υιοθετηθεί η τήρηση ενός διακριτού αφορολόγητου λογαριασμού (με συγκεκριμένα όρια και προϋποθέσεις) από κάθε φορολογούμενο, τα διαθέσιμα του οποίου θα διατίθενται αποκλειστικά για την κάλυψη ιατρικών δαπανών / δαπανών υγείας και ασφάλισης.

 

Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η ανάγκη κατάργησης του εναλλακτικού τρόπου υπολογισμού της ελάχιστης φορολογίας φυσικών προσώπων («τεκμαρτό εισόδημα»), καθώς, με τον τρόπο αυτό, το φυσικό πρόσωπο δεν φορολογείται τελικώς επί των πραγματικών εισοδημάτων του. Σημειώνεται ότι ο  εναλλακτικός τρόπος υπολογισμού της φορολογίας με βάση το «τεκμαρτό εισόδημα» δεν ανταποκρίνεται πλέον στην οικονομική πραγματικότητα, καθώς στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν στο παρελθόν υπό διαφορετικές οικονομικές συνθήκες.

 

17/11/2019 ΠΗΓΗ: Γραφείο Τύπου



 

  • 
ΓΕΜΗ