05-07-2020

Γραφείο Τύπου   /   Ομιλίες Προέδρου EBEA


Ομιλία προέδρου ΚΕΕ & ΕΒΕΑ Κ. Μίχαλου στη Γ.Σ. της ΚΕΕ στη Θεσσαλονίκη (6.9.19)

«Μετά από μια δύσκολη δεκαετία – μια δεκαετία που άφησε βαθιά σημάδια στη χώρα, στην αγορά, στην ελληνική κοινωνία – είναι καιρός να αλλάξουμε σελίδα. Η Ελλάδα πρέπει τώρα να βαδίσει στο δρόμο της ευημερίας και της ανάπτυξης. Πρέπει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις, για να κλείσουν οι πληγές της κρίσης. Για να μπορέσει να ορθοποδήσει η πραγματική οικονομία και τα εισοδήματα των πολιτών. Για να μπορέσουμε, επιτέλους, να κοιτάξουμε μπροστά με περισσότερη αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση.

 

Είναι γεγονός ότι οι συνθήκες ακραίας αβεβαιότητας που βιώσαμε τα προηγούμενα χρόνια έχουν πλέον απομακρυνθεί. Η χώρα έχει αποκτήσει δημοσιονομική ισορροπία και διαθέτει επιπλέον πολιτική και κυβερνητική σταθερότητα.

 

Όμως, για να κερδίσουμε το στοίχημα της επόμενης ημέρας, ο δρόμος είναι ακόμη μακρύς.

 

Με το μείγμα οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζεται μέχρι σήμερα, καταφέραμε να εξαλείψουμε τα ελλείμματα. Αλλά το τίμημα ήταν και είναι ακόμη βαρύ, για τις επιχειρήσεις, για την αγορά, για την ανάπτυξη.

 

Ένα χρόνο μετά την έξοδο από τα μνημόνια, ο ρυθμός ανάπτυξης εξακολουθεί να κινείται σε χαμηλά επίπεδα. Η Ελλάδα συνεχίζει να υστερεί σε όλες τις διεθνείς κατατάξεις για την ανταγωνιστικότητα. Υστερεί απελπιστικά στο δείκτη της οικονομικής ελευθερίας, η οποία τροφοδοτεί την ανάπτυξη, την οικονομική και την ευημερία μιας χώρας. Υστερεί στην προσέλκυση επενδύσεων, καταγράφοντας το 2018 τη χειρότερη επίδοση στην Ε.Ε.

 

Αν δεν τα πάμε καλύτερα σε όλους αυτούς τους τομείς, η ανάκαμψη που περιμένουμε θα είναι ασθενική και βραχύβια.

 

Για να μπορέσει να βγει από την κρίση, η Ελλάδα χρειάζεται να κάνει ένα μεγάλο άλμα μπροστά. Χρειάζεται υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, για τα επόμενα χρόνια.

 

Διαφορετικά, θα παραμείνουμε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Θα συνεχίσουμε να έχουμε μια οικονομία που σέρνεται, αδυνατώντας να εξασφαλίσει ευκαιρίες και αξιοπρεπή εισοδήματα στους πολίτες. Αδυνατώντας να στηρίξει επαρκώς το κοινωνικό κράτος. Και – βεβαίως - αδυνατώντας να εξυπηρετήσει το υψηλό δημόσιο χρέος της χώρας.

 

Τώρα, λοιπόν, είναι η κρίσιμη στιγμή, στην οποία πρέπει να ενισχύσουμε την αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας.

 

Για να καλύψουμε το τεράστιο παραγωγικό κενό που δημιούργησε η κρίση, για να αποκαταστήσουμε το βιοτικό επίπεδο των πολιτών και για να διασφαλίσουμε ότι δεν θα μπούμε ξανά σε περιπέτειες σε λίγα χρόνια.

 

Το γεγονός ότι οι πρόσφατες εκλογές ανάδειξαν αυτοδύναμη κυβέρνηση – για την ακρίβεια, την πρώτη αυτοδύναμη κυβέρνηση, μετά το 2009 – ευνοεί σαφώς αυτή την προσπάθεια. Γιατί δημιουργεί συνθήκες πολιτικής σταθερότητας και διευκολύνει την προώθηση φιλικών προς την ανάπτυξη μεταρρυθμίσεων.

 

Κι αυτό φαίνεται να αναγνωρίζεται ήδη από τις αγορές, όπως επιβεβαιώνεται από τη ραγδαία αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου. Μόνο τον Αύγουστο, η απόδοση του 10ετούς υποχώρησε κατά 50 μονάδες βάσης, αγγίζοντας στις αρχές Σεπτεμβρίου το ιστορικό ρεκόρ του 1,57.

 

Δεν χρειάζεται να τονίσω πόσο σημαντική για την Ελλάδα είναι η ενίσχυση της εμπιστοσύνης της επενδυτικής κοινότητας. Η εμπιστοσύνη είναι αυτή που δημιουργεί το κλίμα, αλλά και τους όρους για την κινητοποίηση της επιχειρηματικότητας, για την αύξηση των επενδύσεων, για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

 

Η μεγάλη πρόκληση για τη νέα κυβέρνηση είναι να αξιοποιήσει σωστά αυτή την ευκαιρία. Ασκώντας μια αποτελεσματική και αξιόπιστη οικονομική πολιτική, επιταχύνοντας τις μεταρρυθμίσεις, αναβαθμίζοντας το επενδυτικό και επιχειρηματικό περιβάλλον.

 

Μέχρι στιγμής, έχουμε δει θετικά δείγματα γραφής. Η κυβέρνηση έχει δώσει, πράγματι, το στίγμα μιας πολιτικής φιλικής προς την επιχειρηματικότητα, τις επενδύσεις και την ανάπτυξη.

 

Ωστόσο, οι κυβερνήσεις κρίνονται στην πράξη. Οι δεσμεύσεις είναι πράγματι αυτές που περιμέναμε και θέλαμε να ακούσουμε. Όμως πρέπει να τις δούμε και να εφαρμόζονται. Για να μπορέσουν, επιτέλους, οι επιχειρήσεις, οι εργαζόμενοι και οι τοπικές οικονομίες, να σταθούν στα πόδια τους.  

Ως Επιμελητηριακή Κοινότητα, έχουμε διατυπώσει ξεκάθαρα τις προτεραιότητες μας, για το τι πρέπει να γίνει στο επόμενο διάστημα.

Ήδη έχουμε ξεκινήσει κύκλο συναντήσεων με υπουργούς και ανώτατα κυβερνητικά στελέχη, προκειμένου να αναδείξουμε τα κυριότερα ζητήματα που απασχολούν την αγορά και να καταθέσουμε τις προτάσεις μας.

Θέμα προτεραιότητας είναι βεβαίως η αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος. Η κυβέρνηση φαίνεται να δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στον τομέα αυτό και είχαμε ήδη ένα πρώτο θετικό βήμα, με τη μείωση του ΕΝΦΙΑ – και τη διευκόλυνση της ένταξης στη ρύθμιση των 120 δόσεων.

Όμως έχουμε ακόμη πολύ δρόμο, ώστε η ελληνική οικονομία, οι επιχειρήσεις και οι πολίτες να απαλλαγούν από το βαρίδι της υπερφορολόγησης.

Οι προτάσεις των Επιμελητηρίων είναι γνωστές: ζητούμε μείωση του συντελεστή φορολογίας επιχειρήσεων στο 20%, μείωση του φόρου μερισμάτων, καθιέρωση δύο βασικών συντελεστών ΦΠΑ στο 11% και 22% και διατήρηση του υπερμειωμένου συντελεστή στο 6%. Ζητούμε, επίσης, μια σειρά από πρόσθετα μέτρα, όπως είναι η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, ο διπλασιασμός του χρόνου για συμψηφισμό ζημιών, η καθιέρωση εκπτώσεων και κινήτρων για την τόνωση της οικοδομικής δραστηριότητας, κ.ά.

Όλα αυτά τα μέτρα θα είμαστε εδώ, για να τα διεκδικήσουμε. Για να στηρίξουμε τη νομοθέτηση και την εφαρμογή τους το ταχύτερο δυνατόν.

Εξίσου σημαντικό αίτημα της αγοράς, το οποίο προωθούμε, είναι ο εξορθολογισμός των ασφαλιστικών εισφορών. Συγκεκριμένα ζητούμε τη σταδιακή μείωση των εισφορών για κύρια σύνταξη από 20% σε 15%.

Την περασμένη Δευτέρα είχαμε συνάντηση με τον υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Και τονίσαμε ότι είναι ανάγκη το μέτρο αυτό να προχωρήσει και να εφαρμοστεί. Για να πάρουν μια ανάσα οι επιχειρήσεις, για να καταπολεμήσουμε τη μάστιγα της αδήλωτης εργασίας και να μπορέσουν να δημιουργηθούν περισσότερες θέσεις πλήρους απασχόλησης.

Επαναλάβαμε, επίσης, το αίτημα και την πρόταση των Επιμελητηρίων για τη ριζική αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος. Συγκεκριμένα, για τη μετάβαση στο σύστημα τριών πυλώνων, που εφαρμόζουν ήδη με επιτυχία πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Πρόκειται για μια πρόταση που έχουμε δουλέψει πολύ, σε συνεργασία με εξειδικευμένους επιστήμονες. Μια πρόταση στην οποία πιστεύουμε και θα συνεχίσουμε να την υποστηρίζουμε, με την ελπίδα ότι θα υλοποιηθεί.

Ένα ακόμη φλέγον ζήτημα για εμάς, είναι η άμεση εξυγίανση και βελτίωση του χρηματοδοτικού περιβάλλοντος. Χωρίς υγιείς τράπεζες, χωρίς νέες πιστώσεις, χωρίς ανταγωνιστικά επιτόκια, δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε βιώσιμη ανάπτυξη. Και παρά τα μέτρα που έχουν εφαρμοστεί, εξακολουθούμε να έχουμε πρόβλημα έλλειψης φθηνής χρηματοδότησης. Η προσφορά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά παραμένει σχεδόν ανύπαρκτη, ενώ και για όσους καταφέρνουν να δανείζονται τα επιτόκια είναι ιδιαίτερα υψηλά.

Βεβαίως, η μείωση του κόστους δανεισμού των ελληνικών επιχειρήσεων περνά από τη βελτίωση των προοπτικών της οικονομίας και τη μείωση των spreads των ομολόγων.

Περιμένουμε, όμως, περισσότερα δραστικά μέτρα για τις τράπεζες. Περιμένουμε αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση ιδιαίτερα στο θέμα των κόκκινων δανείων. Για να μπορέσουν οι τράπεζες να προσελκύσουν επενδυτές, να ενισχύσουν τα κεφάλαιά τους και να παρέχουν νέες πιστώσεις.

Αυτά τα τρία ζητήματα, φορολογικό, ασφαλιστικό και χρηματοδοτικό περιβάλλον, αποτελούν τις βασικές μας προτεραιότητες. Στις οποίες θα επικεντρώσουμε τις διεκδικήσεις μας το επόμενο διάστημα.

Παράλληλα, όμως, προωθούμε την προώθηση μιας σειράς επιπλέον μεταρρυθμίσεων και μέτρων, για την επιτάχυνση της ανάπτυξης. Θα αναφέρω συνοπτικά: 

  • Ζητούμε την πλήρη αξιοποίηση του ΠΔΕ, των κοινοτικών πλαισίων στήριξης και των ΣΔΙΤ. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει στο επόμενο διάστημα να κινητοποιήσει επενδύσεις ύψους 100 δισ. ευρώ στον τουρισμό, στη ναυτιλία, στην ενέργεια, στα logistics, στις κατασκευές και αλλού.
  • Ζητούμε την επιτάχυνση των μεγάλων έργων υποδομής, ιδιαίτερα στις μεταφορές και στην ενέργεια.
  • Ζητούμε συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις, για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος: ριζική απλοποίηση διαδικασιών αδειοδότησης, καθιέρωση ηλεκτρονικής υπογραφής, βελτίωση της νομοθεσίας για την επιχειρηματική χωροθεσία, ενθάρρυνση της ανάπτυξης Επιχειρηματικών Πάρκων κ.ά. Ειδικά για τα Επιχειρηματικά Πάρκα, έχουμε ήδη καταθέσει έτοιμες προτάσεις στο υπουργείο Ανάπτυξης, προκειμένου να συμπεριληφθούν στο πολυνομοσχέδιο που θα κατατεθεί εντός του Σεπτεμβρίου.
  • Ζητούμε μεταρρυθμίσεις για αποτελεσματικότερη δημόσια διοίκηση: να προχωρήσει η ψηφιακή μεταρρύθμιση του κράτους, να μεταφερθούν αρμοδιότητες στην Αυτοδιοίκηση – μαζί με τους απαραίτητους πόρους – να διευρυνθεί η εκχώρηση δραστηριοτήτων στον ιδιωτικό τομέα, για εξοικονόμηση πόρων και καλύτερες υπηρεσίες προς τους πολίτες.
  • Περιμένουμε μια εθνική πολιτική για τη μεταποίηση: με ανάδειξη και ενίσχυση δυναμικών κλάδων, με πολιτικές για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, με νέα στρατηγική για τη χρηματοδότηση επενδύσεων.
  • Περιμένουμε, ζητούμε και προτείνουμε μέτρα, για την ενίσχυση της Μικρομεσαίας Επιχειρηματικότητας: ευέλικτα χρηματοδοτικά εργαλεία, κίνητρα και παρεμβάσεις που ευνοούν την επιχειρηματική μεγέθυνση, την καλλιέργεια δεξιοτήτων, την εξωστρέφεια, την πρόσβαση στην καινοτομία.  
  • Ζητούμε μεταρρυθμίσεις, για την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης: στροφή στις ανανεώσιμές πηγές ενέργειας και σταδιακή απεξάρτηση από τον λιγνίτη, νέα πολιτική για τα απορρίμματα, ολοκλήρωση του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, κ.ά.
  • Συνεχίζουμε να διεκδικούμε την αναβάθμιση της εκπαίδευσης και κυρίως την αποτελεσματικότερη σύνδεση των Πανεπιστημίων.
  • Ζητούμε, τέλος, στοχευμένες πολιτικές για τη καταπολέμηση της φτώχειας και τη στήριξη όσων έχουν πραγματικά ανάγκη: ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, επέκταση του επιδόματος ανεργίας, προγράμματα επανακατάρτισης και εκπαίδευσης με στόχο την επανένταξη στην αγορά εργασίας.

 

Για να μπορέσει η χώρα να αλλάξει πραγματικά σελίδα, πρέπει ακόμη να γίνουν πολλά.

 

Η νέα κυβέρνηση έχει δημιουργήσει, πράγματι, υψηλές προσδοκίες ότι μπορεί να κάνει τη διαφορά. Ελπίδα όλων μας είναι οι προσδοκίες αυτές να επαληθευτούν.

 

Η Ελλάδα μπορεί να τα καταφέρει. Με σταθερότητα, με όραμα και σχέδιο, μπορούμε να ελπίζουμε σε μια νέα κανονικότητα. Με προϋποθέσεις για δημιουργία και προκοπή.

Τα Επιμελητήρια, ως θεσμικός εκφραστής των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας, θα συνεχίσουν να συμμετέχουν υπεύθυνα και εποικοδομητικά στο δημόσιο διάλογο και να στηρίζουν κάθε πρωτοβουλία, κάθε μεταρρύθμιση που βοηθά την πατρίδα μας να κάνει το μεγάλο άλμα μπροστά».

06/09/2019 ΠΗΓΗ: Γραφείο Τύπου



 

  • 
ΓΕΜΗ